Αν ανατρέξουμε στα μαθητικά και πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά μας χρόνια, θα ανακαλύψουμε ότι οι καθηγητές, που θυμόμαστε είναι αυτοί ,που μας δίδαξαν εκτός βιβλίου, έθεσαν ερωτήματα, κίνησαν την περιέργειά μας, μας προκάλεσαν να ανακαλύψουμε μόνοι μας την γνώση. Αν επίσης αναλογιστούμε τι θυμόμαστε από εκείνα τα χρόνια, θα συνειδητοποιήσουμε ότι θυμόμαστε τις γνώσεις που συνδέσαμε με μία εμπειρία, ένα συναίσθημα. Οτιδήποτε διαβάσαμε μόνο για να περάσουμε το μάθημα, να γράψουμε καλό βαθμό ή να πάρουμε μία πιστοποίηση, ξεχάστηκε. Δεν συντελέστηκε μάθηση!

Κι ερχόμαστε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, η οποία δομείται από την πρώτη κιόλας τάξη στην πρακτική της στείρας γνώσης. Όταν εμείς οι ενήλικες βρίσκουμε όλον αυτό τον βομβαρδισμό θεωρητικών γνώσεων ανεδαφικό, πώς απαιτούμε από τα παιδιά να εκπαιδευτούν σ ένα περιβάλλον ξένο στη φύση τους;
Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η μετάβαση στο δημοτικό μεταφράζεται από παιδιά και γονείς ως το τέλος της ξεγνοιασιάς. Παιχνίδι τέλος. Από την πρώτη δημοτικού ξεκινάει ο ρόλος τους καλού μαθητή. Και ο καλός μαθητής έχει χρέος να είναι συνεπής στο καθήκον. Η γνώση όμως είναι παιχνίδι, είναι χαρά! Αυτή τη σύνδεση έχουμε ξεχάσει στις μοντέρνες δυτικές κοινωνίες. Πρέπει να την ξαναβρούμε. Οφείλουμε να αλλάξουμε το πρόγραμμα σπουδών, να φέρουμε επανάσταση στην παιδεία.
«Είναι πολύ σοβαρό λάθος να πιστεύει κανείς ότι η απόλαυση του να βλέπεις και να ψάχνεις μπορεί να προωθηθεί με τον εξαναγκασμό και την αίσθηση του καθήκοντος.» (Albert Einstein)
Το δημοτικό είναι η πρώτη επαφή των παιδιών με τη γνώση και όχι μόνο. Και αν κάτι λείπει έντονα από τις τάξεις των σχολείων είναι το κίνητρο των παιδιών για γνώση, η περιέργεια για μάθηση. Γιατί; Γιατί η γνώση πλέον είναι έτοιμη τροφή, απουσιάζει η διαδικασία της ανακάλυψης. Είναι υποχρέωση του σχολείου να εξοπλίσει τους επόμενους πολίτες με εφόδια για την επίλυση προβλημάτων. Πρέπει να δώσουμε στα παιδιά τον χώρο και τον χρόνο να ανακαλύψουν, να δοκιμάσουν, να αποτύχουν.
