«…αλίμονό μας, αν ως κοινωνία αρχίσουμε να φοβόμαστε τα ίδια μας τα παιδιά. Τότε, νομίζω, είμαστε χαμένοι.» (Γιώργος Νικολαΐδης, Διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.)
Στο ερώτημα , αν η βία ανηλίκων αποτελεί μία νέα πανδημία, η απάντηση του κου. Νικολαίδη στο Πρώτο Θέμα, ήταν σαφής, ποσοτικά η Ελλάδα παραμένει η δεύτερη χαμηλότερη χώρα όσον αφορά τους δείκτες της ανήλικης παραβατικότητας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι έχει αλλάξει σε σχέση με τα περιστατικά βίας; «Μια αναλγησία που δείχνουν τα παιδιά, μία ιδιαίτερη σκληρότητα που δεν τη βλέπαμε παλιά.»
«Αντίθετα με αυτή την εικόνα ότι ξαφνικά ζούμε μια πανδημία έκρηξης βίας από τα παιδιά, εγώ θέλω να σας πω ότι υπάρχει μια πανδημία που σοβεί δεκαετίες και στην ελληνική κοινωνία και σε όλες τις αναπτυγμένες κοινωνίες και είναι η βία κατά των παιδιών. Και ως μέρος αυτής της βίας θα πρέπει να δούμε και τη βία από τα παιδιά, γιατί αν μη τι άλλο και ένα παιδί που ασκεί βία δεν είναι παρά μια περίπτωση αποτυχίας ημών των ενηλίκων να του δώσουμε άλλες εναλλακτικές διεξόδους ακόμα και για το θυμό του, ακόμα και για τον άδικο θυμό του, θα μου επιτρέψετε να πω.» συμπληρώνει ο κος Νικολαΐδης.
Το ερώτημα λοιπόν που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι: Μπορούμε να δώσουμε άλλες εναλλακτικές διεξόδους για τον θυμό; Μπορεί το σχολείο να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των μαθητών, ώστε να νιώσουν ασφάλεια; Μπορεί το σχολείο να επουλώσει τα τραύματα και να γίνει ένας τόπος ασφαλής, ένας τόπος σύνδεσης;
Η απάντηση είναι κατηγορηματικά ναι. Χρειάζεται όμως τόλμη και θάρρος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε τις παθογένειες του ελληνικού σχολείου και να λάβουμε δραστικά μέτρα. Το ελληνικό σχολείο πάσχει. Κουρασμένο διδακτικό προσωπικό, γραφειοκρατία, έλλειψη πόρων και υποδομών, ελλιπής κατάρτιση. Παρόλαυτα υπάρχουν τρόποι και εργαλεία, μπορούμε επίσης να δανειστούμε καλές πρακτικές από κράτη που πέτυχαν στη διαχείριση ομάδων, που εξασφάλισαν ένα ασφαλές και φιλικό περιβάλλον, όπως η Ρουμανία.
Το σίγουρο είναι ότι οφείλουμε να δράσουμε, με υπομονή , συνέπεια και σταθερότητα. Οι μαζικές μετακινήσεις των αναπληρωτών, αλλά και των εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής και των ψυχολόγων, καθώς και η καθυστερημένη τοποθέτησή τους, δεν βοηθούν στη δημιουργία σταθερού πλαισίου και σύνδεσης.
Η τοποθέτηση καθηγητών ως υπεύθυνων σχολικής ζωής, χωρίς ειδική κατάρτιση, αποτελεί ημίμετρο, και μπορεί να οξύνει καταστάσεις λόγω λανθασμένων χειρισμών. Η αυστηροποίηση των ποινών χωρίς να συνοδεύεται από τρόπους επίλυσης των εντάσεων, από διεξόδους εκτόνωσης του θυμού, έχει πολλές φορές αντίθετα αποτελέσματα. Αυτά είναι μερικά από τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν καθημερινά εκπαιδευτικοί, παιδιά και γονείς.
Ανεξάρτητα από τα προβλήματα ωστόσο, είναι ανάγκη να στραφούμε στην εξεύρεση λύσεων, όχι μαζικά και επιφανειακά, αλλά για κάθε σχολική μονάδα, για κάθε τάξη, για κάθε μαθητή. Γιατί κάθε μαθητής μετράει!
